Το Γραφείο μας κατόπιν υποβολής σχετικών αιτημάτων, ενημερώνει τα Στελέχη που συμμετείχαν καθ’ οποιονδήποτε τρόπο στην παραλαβή πολεμικών πλοίων κατά την περίοδο από 1991 έως και 1998, και είχαν προσφύγει με οποιοδήποτε Δικηγορικό Γραφείο για τη διεκδίκηση αποζημιώσεως για τα παρακάτω.

Η υπόθεση αυτή αρχικώς ξεκίνησε με την κατάθεση ατομικών αγωγών και αντικείμενο είχε ότι τα Στελέχη αφού δεν επρόκειτο περί απόσπασης, αλλά μετάθεσης – τοποθέτησης άνω των 30 ημερών, έπρεπε να λαμβάνουν  κτα’ αντιστοιχίαν με τους Διπλωματικούς Υπαλλήλους Επίδομα Υπηρεσίας Αλλοδαπής, Επίδομα Στέγης και Επίδομα Οικογενειακών Βαρών.

Η υπόθεση αυτή ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων τότε, γιατί το Πολεμικό Ναυτικό επέμενε στην εφαρμογή του Β.Δ. 515/72.

Της δίκης προηγήθηκε τυχαία Υπαξιωματικός του Α/Τ ΚΙΜΩΝ, ο οποίος στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών δικαιώθηκε εν μέρει με βάση την υπ’ αριθμ. 14663/95 απόφαση με ένα σχετικά μεγάλο ποσό, ύψους περίπου 9.000.000 δρχ τότε.

Η Ελληνική Κυβέρνηση, καταλαβαίνοντας ότι δημιουργείται πρόβλημα και ότι τα μέλη των πληρωμάτων είχαν δίκιο, άρχισε να εκδίδει αλλεπάλληλες Υπουργικές Αποφάσεις, προκειμένου να διορθώσει τα πράγματα.

Τελικά, με τον Ν. 2346/95 (ΦΕΚ Α’ 220) καταργήθηκε το Β.Δ. 515/72, πράγμα που αποδεικνύει ότι καλώς τα Στελέχη διαμαρτυρήθηκαν.

Στη συνέχεια το Εφετείο, στο οποίο προσέφυγαν εκατέρωθεν οι πλευρές, τόσο δηλαδή ο προσφεύγων όσο και το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας και το Υπουργείο Οικονομικών, δικαίωσε εν μέρει τον προσφεύγοντα περιορίζοντας όμως σε μία επίδειξη «σολομώντειας» λύσης, περιορίζοντας την αποζημίωση περίπου στο μισό, δηλαδή 4.000.000 δρχ.

Ακολούθως, επελήφθη το ΣτΕ, στο οποίο ασκήθηκαν αφόρητες πιέσεις γιατί δημιουργείται μεγάλη τρύπα από τα αναδρομικά, με συνέπεια με την υπ’ αριθμ. 1818/2003 απόφαση του, να απορρίψει τις αγωγές των ενδιαφερομένων, καθώς δέχθηκε για το επίμαχο χρονικό διάστημα είχαν εφαρμογή οι διατάξεις του Β.Δ. 515/72.

Η υπόθεση αναπέμφθηκε στο Διοικητικό Εφετείο, το οποίο με την υπ’ αριθμ. 4727/2004 απόφασή του, απέρριψε οριστικά την αγωγή.

Σημειώνεται ότι η εξέλιξη αυτή, αυτοδικαίως οριστικοποίησε με εν δυνάμει δεδικασμένο τις αξιώσεις του συνόλου των πληρωμάτων.

Κατά της αποφάσεως αυτής, έγινε προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) με βάση την υπ’ αριθμ. 23009/05 αίτηση,  προβάλλοντας παραβίαση των αρχών της δίκαιης δίκης, κατά παράβαση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου περί παραβίασης των περιουσιακών δικαιωμάτων. Στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ακολούθησε σφοδρή αντιδικία των ενδιαφερομένων με την Ελληνική Κυβέρνηση, η οποία κατέληξε στην υπ’ αριθμ. 23009/21-06-2007 Απόφαση του. Στο Δικαστήριο, στο οποίο προήδρευσε ο Ανώτατος Δικαστής L. Loucaides και μέλη άλλους 7 Ανώτατους Δικαστές από άλλες χώρες της Ευρώπης, αποφασίστηκε ότι υπήρξε παραβίαση της ΕΣΔΑ και ζήτησε από την Ελληνική Κυβέρνηση να παρέχει εξηγήσεις εντός 6 μηνών. Ακολούθως το Δικαστήριο έκρινε ως αβάσιμη την αίτηση, με μία σειρά επιχειρημάτων. Επί της εν λόγω αποφάσεως ασκήθηκε η από 12-09-2007 Έφεση, η οποία δεν έγινε δεκτή επί τη βάσει της πάγιας νομολογίας, που εν τω μεταξύ επικαλέστηκε το Δικαστήριο, βάσει της οποίας η Ελλάδα, δεν είχε προσχωρήσει στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, κάτι που η Ελληνική Κυβέρνηση έπραξε με Νόμο μετά το 1998, βάσει των Πρωτοκόλλων 11 & 14 της ΕΣΔΑ. Δηλαδή, είπε στους ενδιαφερομένους ναι μεν έχετε δίκιο και έχετε αδικηθεί, αλλά το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δήλωσε χρονικά αναρμόδιο να δικάσει την Ελληνική Κυβέρνηση γιατί το χρονικό διάστημα που εσείς πήγατε στις Η.Π.Α. η Ελλάδα δεν είχε ακόμα αναγνωρίσει, επί των συγκεκριμένων υποθέσεων, την αρμοδιότητα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

Εν όψει της παραπάνω εξελίξεως, η τελική ικανοποίηση του αιτήματος των ενδιαφερομένων, εναπόκειται ως συνήθως στην διακριτική ευχέρεια του Υπουργού Εξωτερικών, ο οποίος μπορεί οποτεδήποτε να κάνει αποδεκτή αναδρομικά την ισχύ των Διεθνών Συμβάσεων, προκειμένου να μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να δικαιωθούν. Κάτι τέτοιο είχε συμβεί και στις υποθέσεις των γερμανικών αποζημιώσεων, όπως και της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο. Επομένως, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε εάν και πότε πρόκειται να δικαιωθούν οι ενδιαφερόμενοι, δεδομένου ότι η Ελληνική Κυβέρνηση εν όψει των αγωγών αυτών, άλλαξε την Νομοθεσία, με συνέπεια όλοι οι επόμενοι να καρπωθούν από την πίεση.

Συγκεκριμένα με τον Ν. 2685/99, υπήρξε πλήρης αντιστοίχηση των Στρατιωτικών με τους Διπλωματικούς Υπαλλήλους, οι οποίοι πλέον λαμβάνουν με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις Επίδομα Υπηρεσίας Αλλοδαπής, Επίδομα Στέγης και Επίδομα Οικογενειακών Βαρών.

Με την εξέλιξη αυτή επιβεβαιώθηκε περίτρανα ότι τα Στελέχη του ΠΝ, που συμμετείχαν στις αποστολές αυτές, ορθώς παραπονέθηκαν, με συνέπεια η Ελληνική Κυβέρνηση να αναγκαστεί τελικά να καθιερώσει με νόμο τα αυτονόητα.

Το θέμα βέβαια παραμένει πάντα για την αναδρομική δικαίωση, η οποία πάντα δημιουργεί πρόβλημα στις Κυβερνήσεις λόγω του οικονομικού κόστους.

 

Επικοινωνία