Με λύπη μας διαπιστώνουμε σε σωρεία απαντήσεων επί ενδικοφανών προσφυγών κατά μεταθέσεων στελεχών, ότι οι αρμόδιοι χειριστές των μεταθέσεων αρνήθηκαν, κατά την άποψη μας παρανόμως, βασικές πληροφορίες σχετικά με τα μόρια και τα προσόντα των συνυποψήφιων τους, με το τραγελαφικό επιχείρημα των προσωπικών δεδομένων και του απορρήτου.

Κατ’ αρχήν είναι ευνόητο ότι η μοριοδότηση και η αντικειμενικοποίηση των μεταθέσεων, έγινε για να εξαλειφθούν τα φαινόμενα αναξιοκρατίας, του «με … μέσον» και του «ρουσφετιού», που κατέκλυζαν τους αρμόδιους φορείς των κλάδων, για τις μεταθέσεις.

Ήταν γενική πεποίθηση τόσο στα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, όσο και ολοκλήρου του Ελληνικού λαού, ότι οι μεταθέσεις των Στελεχών, διεξάγονταν κατά το πλείστον με αναξιοκρατικά κριτήρια, με «κομματικά μέσα», χάριν «ρουσφετίων» και βάσει γνωριμιών.

Τα φαινόμενα εξάλλου αυτά, που ευδοκιμούν κατά τα κοινώς γνωστά σε όλη την έκταση της διοικητικής λειτουργίας του κράτους, δημιούργησαν κατά ένα μέρος την δυσμενή κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η χώρα.

Ήταν απαίτηση καταρχήν του νομικού κόσμου, και κυρίως των υγιών από απόψεως νοοτροπίας στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά και γενικά του Ελληνικού Λαού, να ληφθούν μέτρα και να υπάρξει ένα διαφανές, αντικειμενικό και αξιοκρατικό σύστημα μεταθέσεων.

Ο νομοθέτης θέλησε και εκφράστηκε θεσμοθετώντας και υποδεικνύοντας τις διαδικασίες για την ύπαρξη ενός τέτοιου συστήματος. Όμως το βαθύ κατεστημένο της αναξιοκρατίας και του «ρουσφετιού» ανθίσταται, καταφέρνοντας κατ’ αρχήν να παραπείσει τον Υπουργό ότι η παραμετροποίηση των κριτηρίων πρέπει να είναι απόρρητη. Οπότε, για ποια διαφάνεια μιλάμε;

Ακολούθως διαπιστώσαμε ότι εφευρίσκονται μια σειρά απίθανων δικαιολογιών καταστρατήγησης κάθε λογικής και έννοιας διαφανούς ασκήσεως της διακριτικής εξουσίας – ευχέρειας της Διοικήσεως.

Κορύφωση της αδιαφανούς διαδικασίας είναι η άρνηση των χειριστών των μεταθέσεων να χορηγήσουν, όχι μόνο στοιχεία για τα μόρια των υπολοίπων συνυποψήφιων τους για την κάλυψη κενών θέσεων, αλλά ακόμη και για τα δικά τους μόρια, με τη πρόφαση των προσωπικών δεδομένων και του απορρήτου.

Έτσι πλέον ο νομικός μας πολιτισμός εβλήθη καίρια και γίναμε καταγέλαστοι για μια ακόμα φορά ενώπιον των διοικούμενων. Τι και αν ο νομοθέτης και η πολιτεία θέλησε διαφάνεια και αξιοκρατία; Το βαθύ κατεστημένο πάλι νίκησε, για να αποδείξει ότι τίποτα στην Ελλάδα δεν μπορεί να αλλάξει όπως χαρακτηριστικά μας μετέφεραν τα στελέχη.

Όταν κάποιος διεκδικεί μια θέση και διαγωνίζεται γι’ αυτήν με κάποιο άλλο στέλεχος, όπως έχει κριθεί με σωρεία αποφάσεων, τόσο του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ Ολομ. 3130-2000ΣτΕ 2699-2008 κ.α.), όσο και της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων (ΑΠΠΔ17-200256-2003 κ.α.) αλλά και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (ΓνΕισΑΠ 1-2005), υπάρχει αυτοδικαίως δικαίωμα πρόσβασης στα μόρια και στα δικαιολογητικά που θεμελιώνουν την βαθμολογία – μοριοδότηση των συνυποψήφιων του, ώστε να είναι δυνατή η άσκηση ένδικων μέσων και η παροχή του Συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος για δικαστική προστασία.

Τα μόρια και τα προσόντα, αλλά και εν γένει τα επιμέρους στοιχεία για την πραγματοποίηση των μεταθέσεων σε όλους τους κλάδους του δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα, ήταν ανέκαθεν  κοινοποιήσιμα στους υπόλοιπους υποψηφίους προς μετάθεση ενδιαφερόμενους, χωρίς να συντρέχει θέμα προσωπικών δεδομένων η απορρήτου. Αυτό συμβαίνει  και στο Λιμενικό που είναι στρατιωτικά οργανωμένο σώμα και στην Ελληνική Αστυνομία  και παντού στο Δημόσιο Τομέα.

Τώρα γιατί η οικογενειακή κατάσταση ειδικά του στρατιωτικού, είναι προσωπικό δεδομένο και δεν είναι όλων των υπολοίπων, μόνο η νοσηρή φαντασία των επικαλούμενων μια τέτοια δικαιολογία, θα μπορούσε να μας εξηγήσει. Σημειώνουμε, ότι δεν μιλάμε για πληροφορίες σχετικά με  υπηρεσιακά δεδομένα, αλλά μιλάμε για μόρια που εξάγονται βάση κοινωνικών κυρίως κριτηρίων, η βάση ατομικών στοιχείων, από τα οποία κανένας συσχετισμός με την Εθνική Άμυνα και ασφάλεια δεν μπορεί να γίνει.

Αλλά και αν ακόμα παραλόγως δεχτούμε έναν τέτοιο ισχυρισμό, ποια δικαιολογία άραγε χωρεί στο να μην έχει δικαίωμα πρόσβασης ο στρατιωτικός ούτε στα δικά του στοιχεία και μόρια.

Συνεπώς για ποιο απόρρητο μιλάμε και για ποια διασφάλιση προσωπικών δεδομένων;

Φυσικά και δεν μπορεί κανείς να μας πείσει, το ότι επί παραδείγματι ο καθορισμός του συντελεστού 3 για τον προσδιορισμό των μορίων στην περίπτωση που ο Αξκός  βαθμολογηθεί από 96 και πάνω, από μόνο του κοινοποιούμενο βλάπτει την Εθνική Ασφάλεια, ή το γεγονός ότι ένα στέλεχος που είναι έγγαμο λαμβάνει 5 μόρια, εάν αυτό το πληροφορηθεί ο εχθρός θα κινδυνεύσει η Εθνική Άμυνά μας.

Εάν οι διοικούντες και η εν γένει Διοίκηση θεωρητικά νομίζει ότι με τέτοια επιχειρήματα μπορεί να παράγει κράτος δικαίου πλανάται πλάνην οικτράν.

Τέτοιες μεθοδολογίες οδήγησαν την χώρα στην απίστευτα δύσκολη κατάσταση που βρισκόμαστε τώρα και την ευθύνη θα πρέπει οι ασκούντες Διοίκηση να την αναζητήσουν σε αυτές ακριβώς τις ενέργειες τους.

Φτάσαμε δηλαδή στο σημείο να ξαναδημιουργήσουμε απόρρητους φακέλους, που να αφορούν προσωπικά στοιχεία διοικουμένων, αναβιώνοντας συνταγματικές εκτροπές παρελθόντων εποχών, γεγονός που πρέπει άμεσα να απασχολήσει τόσο τον επικεφαλή της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης κύριο Πρόεδρο του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, όσο και το κύριο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ως τοποτηρητή του Συντάγματος.

Βέβαια το ποσό τραγελαφικός είναι ο ισχυρισμός περί προστασίας του απορρήτου των στοιχείων αυτών – που μόνο ως επίκληση αδιαφάνειας μπορεί να χαρακτηριστεί – είναι ότι τα στοιχεία αυτά των στελεχών, σε περίπτωση προσφυγής των ενδιαφερόμενων στα Διοικητικά Δικαστήρια, διαβιβάζονται με πλήρη φάκελο απόψεων της διοικήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 23 του ΠΔ 18/89, όπερ  σημαίνει ότι αυτά ανακοινώνονται κατά τη δημόσια συνεδρίαση του Δικαστηρίου, την οποία μπορεί να παρακολουθήσει ο οποιοσδήποτε κατά ρητή πρόβλεψη του Συντάγματος και των νόμων.

Εάν ένας τόσο ξεκάθαρος νόμος παραποιείται διαστρεβλώνεται και παραβιάζεται, με τέτοια ευκολία και για πολύ απλά πράγματα, μπορεί κανείς ευκόλως να καταλάβει τι γίνεται για σοβαρότερα πράγματα.

Τελειώνοντας, και προκειμένου να μη χρειαστεί οι Ε.Δ. να ανακαλύψουν το «πυρ» σε ότι αφορά τις μεταθέσεις, δεν έχουν παρά να δουν πώς εφαρμόζεται η αντικειμενικοποίηση στα Σ.Α. και σε όλες τις υπόλοιπες Δημόσιες Υπηρεσίες προκειμένου απλά, αξιοκρατικά και με ασφάλεια Δικαίου να διεξάγονται αυτές.

Σε ό,τι αφορά την μοριοδότηση, θα πρέπει κατ’ αρχήν να αρθεί άμεσα ο απόρρητος χαρακτήρας των παραρτημάτων του νόμου, αφού αλίμονο αν αποτελεί ο τρόπος βαθμολογήσεως-μοριοδότησεως απόρρητο στοιχείο. Συνακόλουθα να δημοσιευθούν άμεσα στο ΦΕΚ ως επιβάλλει το Σύνταγμα.

Άραγε για ποίο λόγο δεν είναι απόρρητος και ο τρόπος βαθμολογήσεως των προσόντων των Αξκών, καθώς αυτός έχει πράγματι δημοσιευθεί στο ΦΕΚ. (Ν.3883/2010).

Ακολούθως, έστω με κωδικοποίηση που θα γνωρίζουν μόνο οι Στρατιωτικοί αν και περιττό, να καθορίζονται και να ανακοινώνονται εγκαίρως οι κενές οργανικές θέσεις ανά φρουρά και φυσικά για τον κάθε επιμέρους φορέα κλάδο, όπλο, σώμα κλπ.

Επίσης θα πρέπει να ανακοινώνονται τα μόρια ενός εκάστου των στελεχών μαζί με τυχόν προνόμια του και φυσικά οι τόποι προτιμήσεις του, όπως συμβαίνει στον υπόλοιπο δημόσιο τομέα.

Εάν οποιοδήποτε στέλεχος αμφισβητήσει τα προσόντα  οποιουδήποτε ανθυποψηφίου του για την κάλυψη μιας θέσης, που θα μπορούσε να καλύψει ή να μη καλύψει το στέλεχος, τότε είτε εγγράφως, είτε με επιτόπια εξέταση, θα πρέπει να μπορεί να προβαίνει σε έλεγχο ως έχων έννομο συμφέρον, για να μπορεί να ασκήσει περαιτέρω ενδικοφανείς και ένδικες αντιρρήσεις.

Ελάχιστα θα πρέπει να αναφερθούμε στις κατ’ επανάληψιν εκδοθείσες αποφάσεις, της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα όπως ενδεικτικά η 17/2002, η 56/2003 κ.α., με τις οποίες σαφώς διατυπώνεται η δυνατότητα και το δικαίωμα πρόσβασης στα προσόντα και στα δικαιολογητικά άλλων υποψηφίων, σε οποιασδήποτε μορφής δημόσιο διαγωνισμό ή διαγωνιστικής διαδικασίας του δημοσίου τομέα, υπό την ευρεία έννοια.

Το γραφείο μας προέβη σε λεπτομερή μελέτη όλων των νομικών στοιχείων, όπως και των αντιστοίχων διαδικασιών στα κράτη μέλη του ΝΑΤΟ, και εντός των επόμενων ημερών θα προβεί εις τη δημοσίευση και ανάρτηση γνωμοδοτήσεως – μελέτης για το συγκεκριμένο θέμα, που θα εκπονηθεί στα πλαίσια δικαστικής διερευνήσεως του απαράδεκτου φαινομένου της αρνήσεως βασικών στοιχείων που θα διασφάλιζαν την διαφάνεια στο τρόπο διενέργειας των μεταθέσεων.

Επ’ ευκαιρίας να επισημάνουμε στο Στρατιωτικό προσωπικό ότι πρέπει εγκαίρως να αιτηθούν την χορήγηση πλήρους αναλύσεως των μορίων τους προκειμένου να διαπιστώσουν τον ορθό υπολογισμό, και σε περίπτωση αρνήσεως της Υπηρεσίας να καταφύγουν στον αρμόδιο δικαστικό Εισαγγελέα για τη λήψη σχετικής εισαγγελικής παραγγελίας και σε κάθε περίπτωση να ενημερώνουν σχετικά την αρχή προστασίας προσωπικών δεδομένων ή και να καταφύγουν στα επιμέρους αρμόδια δικαστήρια.

Εφιστούμε την προσοχή στους χειριστάς των μεταθέσεων, ότι υπέχουν προσωπική ευθύνη ως διενεργούντες επεξεργασία  προσωπικών δεδομένων και καλό θα ήτο για τις ευθύνες τους να αναγνώσουν σχετικά τον νόμο, ο οποίος και αναρτάται παρακάτω, και ειδικότερα για την υποχρέωση τους να ενημερώνουν το υποκείμενο την επεξεργασία. (Ν 2472-1997)

Περαιτέρω, και ως προς την νομική εκδοχή του θέματος, θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι σύμφωνα με την πραγματικά ιδιαίτερα επιστημονικά τεκμηριωμένη εγκύκλιο του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (6/2006), η οποία έχει αναλογική εφαρμογή και στην περίπτωση μας, στοιχείο του κράτους δικαίου είναι η τήρηση της αρχής της νομιμότητας και ορθότητας από τα όργανα της διοικήσεως. Στοιχείο της τελευταίας (νομιμότητας) είναι η φανερή δράση (= δημοσιότητα) αυτών, η διαφάνεια της δράσης τους, η οποία ικανοποιείται με το δικαίωμα γνώσης του τρόπου δράσης τους, η οποία επιτρέπει έτσι τον έλεγχο της τήρησης της αρχής της νομιμότητας (και ορθότητας). Έτσι ικανοποιείται και το δικαίωμα συμμετοχής στην κοινωνική ζωή και η προστασία των συμφερόντων του ατόμου. Εξ` άλλου από την μη ακρόαση του διοικούμενου, και συνεπώς μη ενημέρωση της διοίκησης, η τελευταία θα εκπληρώσει ατελώς τις υποχρεώσεις της με τις εντεύθεν συνέπειες. Το αυτό σε σχέση με τη δικαιοσύνη. (Έτσι στο προσκήνιο τίθεται πλέον και η προστασία του κοινωνικού συνόλου και του γενικού συμφέροντος).

Έτσι προς υλοποίηση των ανωτέρω, με πολυάριθμες διατάξεις καθιερούται το δικαίωμα του προσώπου να λαμβάνει γνώση των διοικητικών εγγράφων. Το ανωτέρω δικαίωμα “επιτρέπει και εγγυάται την πληροφόρηση των πολιτών για τις διοικητικές δραστηριότητες, τους δίνει τη δυνατότητα να τις αμφισβητήσουν και επομένως να υπερασπίσουν αποτελεσματικότερα τα γενικότερα συμφέροντα τους είτε ατομικά είτε συλλογικά“. Εισηγ. Εκθ. Ν 1599/1986 – Για τη σημασία της εισηγ. έκθεσης – σχέση με τον σκοπό του νόμου, βλ. ΣτΕ Ολ 1094/1987 ΝοΒ 1987, 974. Η αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας προϋποθέτει προηγούμενη πληροφόρηση. Επίσης το δικαίωμα υπεράσπισης προϋποθέτει προηγούμενη ακρόαση και η τελευταία ενημέρωση ήτοι δικαίωμα στην πληροφόρηση. Έτσι το άνω δικαίωμα στηρίζεται στα άρθρα 20, 5 παρ. 1, 50Α παρ. 1, 2,10 παρ. 1, 3, Σ, βλ. και άρθρα 6,10 ΕΣΔΑ, 255 ΣΕΚ, 218 ΕΚ, 42 Χάρτη θεμελιωδών Δικαιωμάτων, 19ΔΣΑΠ.

Επίσης συνδέεται στενότατα με την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας ως οργανωτικής βάσης του κρατούντος δημοκρατικού πολιτεύματος (άρθρο 1 παρ. 1 Σ, βλ. Τάχο, Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο, 8η έκδ (2005) σελ. 733, 735, και – ερμηνεία του ΚΔΔ (2003) σελ. 172, Χρυσόγονο, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, 2η έκδ. (2002) σελ. 394, πρβλ. Δαντόνλου, Διοικητικό Δίκαιο (2004) σελ. 329 και Ατομικά Δικαιώματα Α` (2005) σελ. 531 και Γέροντα, ΔΤΑ 2000 σελ. 569, 570 Δεζσαρίδη – το δικαίωμα γνώσης των διοικητικών εγγράφων (2006) σελ. 24 επ., 92, Συνήγορος του πολίτη – ΤοΣ 2001,193, Χάρακας στον τιμ. τόμ. Σπηλιωτόπουλου (2000) σελ. 786). Αποκτά και καθίσταται έτσι σε συνταγματικής περιωπής δικαίωμα (βλ. και Δετσαρίδη, σελ. XV, 67 επ. Λαζαράτο, Δ 1994,1009 επ., Παπαδόπουλο, ΔιΔικ 1996,1366) και αντιστοιχεί υποχρέωση της διοίκησης, η οποία οφείλει έτσι και να διευκολύνει την ικανοποίηση του άνω δικαιώματος και μόνο με επίκληση ρητής διάταξης νόμου να αρνείται την ικανοποίηση του (βλ. πιο κάτω).

Οι ειδικότερες διατάξεις νόμων αποτελούν συγκεκριμενοποίηση-εξειδίκευση των άνω συνταγματικών άρθρων και διεθνών συμβάσεων της έννοιας του κράτους δικαίου.

Είναι χαρακτηριστικόν ότι προ της ρητής καθιερώσεως του, η νομολογία του ΣτΕ θεωρούσε τούτο, με αφετηρία τη συνταγματικής περιωπής αρχή της φανερής δράσης της διοίκησης, ότι συνιστά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου (βλ. ΣτΕ 2217/1963, 2196/1969 ΝοΒ 1969, 490, 2506/1982 ΝοΒ 34, 9458 – πρβλ. ήδη και ΣτΕ Ολ 602/2003 ΕλΔ 2003,1083-4 και Συνήγορος του Πολίτη – ΤοΣ 2001, 192-3, Παπαδημητρίου, ΝοΒ 1994, 1238), στηριζόταν δε και στα άρθρα 902 ΑΚ και 450 ΚΠολΔ, 72 παλιού Υπαλ. Κωδ. που απαιτούσαν έννομον συμφέρον του αιτούντος, (βλ. ΑΠ 352/1968 ΝοΒ 16, 947 κ.ά.). Το άνω δικαίωμα καθιερώθη το πρώτον ρητά με το Ν 1599/1986 και δη στο άρθρο 16 αυτού (που αποτελεί και την αρχική υλοποίηση και συγκεκριμενοποίηση των άνω συνταγματικών διατάξεων) και στη συνέχεια με το άρθρο 5 Ν 2690/1999 (= ΚΔΔ) – πρβλ. και άρθρο 6 Ν 1943/1991, Ν 3448/2006 αλλά και 8 παρ. 4 Ν 231/1975,15 παρ. 4 Ν 1268/ 1982 (= καταργήθηκε με 6 παρ. 13 Ν 2083/1992), και 236 παρ. 3 παλαιού Υπαλ. Κωδ. και 96 παρ. 7 παλαιότερου ΔΚΚ (= ΠΔ 410/1995) και ήδη 215 παρ. 2 νέου ΔΚΚ(= Ν 3463/ 2006).

Έτσι κατά το άρθρο 16 παρ. 1 Ν 1599/1986 “Κάθε πολίτης, με τις επιφυλάξεις των διατάξεων της παρ. 3 έχει δικαίωμα να λαμβάνει γνώση των διοικητικών εγγράφων, εκτός από εκείνα που αναφέρονται στην ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή τρίτων. Ως διοικητικά έγγραφα, για την εφαρμογή του άρθρου αυτού, θεωρούνται όλα τα έγγραφα που συντάσσονται από όργανα του δημοτικού τομέα, ιδίως ...”. Κατά την παρ. 3 του αυτού άρθρου: “Οι υπηρεσίες του δημοσίου τομέα μπορούν να αρνηθούν την ικανοποίηση του δικαιώματος της παρ. 1 στις περιπτώσεις: α. που παραβλάπτεται… και κάθε απόρρητο που προβλέπεται από ειδικές διατάξεις η β….”.

Στη συνέχεια θεσπίστηκε για το αυτό αντικείμενο το άρθρο 5 Ν 2690/1999 ΦΕΚ 45Α = ΚΔΔ, κατά το οποίο: παρ. 1 “κάθε ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα, ύστερα από γραπτή αίτηση του, να λαμβάνει γνώση των διοικητικών εγγράφων. Ως διοικητικά έγγραφα νοούνται όσα συντάσσονται από τις δημόσιες υπηρεσίες, όπως…παρ. 2 “όποιος έχει ειδικό έννομο συμφέρον δικαιούται ύστερα από γραπτή αίτηση του, να λαμβάνει γνώση των ιδιωτικών εγγράφων που φυλάσσονται στις δημόσιες υπηρεσίες και είναι σχετικά με υπόθεση του η οποία εκκρεμεί σε αυτές ή έχει διεκπεραιωθεί από αυτές” παρ. 3 “το κατά τις προηγούμενες παραγράφους δικαίωμα δεν υφίσταται στις περιπτώσεις που το έγγραφο αφορά την ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή τρίτου, ή αν παραβλάπτεται απόρρητο το οποίο προβλέπεται από ειδικές διατάξεις…“.

Στην έννοια του “κάθε ενδιαφερόμενος” περιλαμβάνεται, κατά μείζονα λόγο, και αυτός που έχει εύλογο έννομο συμφέρον – (βλ. και ΣτΕ 1397/1993 ΣτΕ 841/1997, ΣτΕ 205/2000, ΣτΕ 3130/2000 και Λαζαράτο, Δ1998,1230 για την έννοια του ευλόγου ενδιαφέροντος βλ. ΣτΕ 1214/2000 ΔιΔικ 2006,1200) – στην έννοια δε του “όποιος έχει ειδικό έννομο συμφέρον”, περιλαμβάνεται και αυτός που αναφέρεται σε επιδίωξη δικαστικής προστασίας (βλ. Σπηλιωτόπουλο, ό.π. σελ. 165, Γέροντα, ΔΤΑ 2000, 571).

Κατά την Εισηγ. Εκθ. του άρθρου 5 ΚΔΔ – “στο άρθρο αυτό διαλαμβάνονται οι ισχύουσες διατάξεις του άρθρου 16 του Ν 1599/1986, με ουσιώδεις πάντως διαφοροποιήσεις. Έτσι, προβλέπεται η πρόσβαση, όχι μόνο στα διοικητικά έγγραφα, αλλά και στα ιδιωτικά για οποία φυλάσσονται από τις διοικητικές αρχές. Ως προς τα διοικητικά έγγραφα επαναλαμβάνεται ο ήδη ισχύων κανόνας (άρθρο 16 του Ν 1599/1986) για το δικαίωμα λήψης γνώσης τους χωρίς την ανάγκη επίκλησης και απόδειξης εννόμου συμφέροντος (βλ. και Γνωμ. ΝΣΚ Ολ 149/1990 Αρμ 1991, 1283, ΣτΕ 3943/1995 Αρμ 1996,102).

Αντιθέτως ως προς τα φυλασσόμενα ιδιωτικά έγγραφα, απαιτείται η ύπαρξη ειδικού έννομου συμφέροντος. Προς τούτο θα πρέπει τα έγγραφα αυτά να είναι σχετικά με υπόθεση του ενδιαφερομένου εκκρεμή ή περαιωμένη”.

Κατά το άρθρο 1 του αυτού νόμου “οι διατάξεις του κώδικα αυτού εφαρμόζονται στο δημόσιο, στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και στα άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου“. – Επομένως μένει εκτός πεδίου εφαρμογής ο λεγόμενος ευρύτερος δημόσιος τομέας (βλ. άρθρα 9 παρ. 1 Ν 1232/1982,1 παρ. 6 Ν 1256/1982, 51 Ν 1892/1990,14 παρ. 1 Ν 2190/1994, για τον οποίο ισχύει το άρθρο 16 Ν 1599/1986). Το άνω άρθρο 5 Ν 2690/1999 επαναλαμβάνει μεν αλλά δεν συμπίπτει με τη ρύθμιση του άρθρου 16 Ν 1599/1986 και συνεπώς το τελευταίο δεν έχει καταργηθεί (βλ. άρθρο 33 παρ. 1 ΚΔΔ) [(βλ. και Δαγτόγλου, Γενικό Διοικητικό (2004) σελ. 331, Χάρακα – Σύμμεικτα Σπηλιωτόπουλου (2000) σελ. 794 επ.]. Το “σε κάθε πολίτη” του άρθρου 16 Ν 1599/1986 γίνεται “σε κάθε ενδιαφερόμενο” στο άρθρο 5 Ν 2690/1999. Το άρθρο 5 Ν 2690/1999 αναφέρεται στη διοίκηση με το τυπικό οργανικό κριτήριο (= άρθρο 1), το δε άρθρο 16 Ν 1599/1986 στη διοίκηση με την ουσιαστική-λειτουργική έννοια. Επομένως για τους λοιπούς φορείς του δημοσίου τομέα που δεν ισχύει το άρθρο 5 Ν 2690/1999 έχει εφαρμογή το άρθρο 16 Ν 1599/1986 [βλ. και Σπηλιωτόπουλο, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου (2002) σελ. 165 σημ. 2]. Αμφότερα όμως αναγνωρίζουν ρητώς το δικαίωμα γνώσης με επέκταση μάλιστα (κατά το άρθρο 5 Ν 2690/1999) και στα ιδιωτικά έγγραφα.

Ως διοικητικά έγγραφα -τα οποία στις άνω διατάξεις αναγράφονται ενδεικτικά- νοούνται αυτά που συντάσσονται-εκδίδονται από διοικητικό όργανο, δηλ. που ανήκει σε δημόσια υπηρεσία του κράτους ή ΝΠΔΔ (= και δήμος, κοινότητα). Είναι αδιάφορο αν αφορούν τον αιτούντα ή τρίτον (βλ. Σπηλιωτόπουλου, ό.π., σελ. 165), όπως επίσης δεν απαιτείται να έχουν τον χαρακτήρα των εκτελεστών πράξεων [βλ. Σιούτη σε Διοικητικό Δίκαιο Λύτρα… (2004) σελ. 255], περιλαμβάνεται δε κάθε έγγραφο που έχει συνταχθεί από τις δημόσιες υπηρεσίες. Επίσης ως διοικητικά έγγραφα θεωρούνται, ως εκ του σκοπού των άνω διατάξεων, και αυτά που χρησιμοποιήθησαν ή ελήφθησαν υπόψη για τον καθορισμό της διοικητικής δράσης ή την διαμόρφωση γνώμης ή κρίσης διοικητικού οργάνου (πρβλ. ΓνωμΕισΑΠ 2/2003,1/2005, Δετσαρίδη, ό.π., σελ. 100 και ΓνωμΝΣΚ 503/2002,243/2000). Κατά την Εισηγ. Εκθ. του Ν 1599/1986 -σε σχέση με το άνω άρθρο 16 αυτού- περιλαμβάνονται “ό,τι υπάρχει μέσα στα αρχεία της διοίκησης” (βλ. και Γέροντα, ΔΤΑ 2000,570). Περιλαμβάνονται και τα δικαιολογητικά (πρβλ. και ΓνωμΝΣΚ 620/1999,465/1998,119/ 1997, 338/1996, Παπαδόπουλου, ό.π., σελ. 1373, Γεραπετρίτη, ΠειρΝομ 1997,375).

Να σημειωθεί εδώ ότι τα ιδιωτικά έγγραφα, όταν πρωτοκολληθούν στην υπηρεσία, αποκτούν χαρακτήρα δημοσίου εγγράφου (βλ. και άρθρα 12,16 Ν 2690/1999 = ΚΔΔ). Τα άνω ιδιωτικά έγγραφα είναι αδιάφορο αν αφορούν άλλον του αιτούντος.

Όμως το κατά τα ανωτέρω δικαίωμα γνώσης, αργεί (και) όταν τα έγγραφα, αναφέρονται στην ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή τρίτων (δηλ. άλλων του αιτούντος) -βλ. άρθρα 16 παρ. 1, 5 Ν 1599/1986, 5 παρ. 3 εδ. α` Ν 2690/1999- ή όταν παραβλάπτεται το απόρρητο, το οποίο προστατεύεται -προβλέπεται από ειδικές διατάξεις- (βλ. άρθρο 5 παρ. 3 εδ. α` Ν 2690/1999), όπως π.χ. το φορολογικό απόρρητο. Απαιτείται τουτέστιν, στην τελευταία περίπτωση, να υπάρχει απόρρητο που προβλέπεται από ειδική διάταξη, στην διαφύλαξη του οποίου αποβλέπει η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 Ν 2690/1999, η οποία στο σημείο αυτό διευρύνει το άρθρο 16 Ν 1599/1986.

Ενόψει της σπουδαιότητας του δικαιώματος γνώσης, οι ως άνω εξαιρέσεις αναφέρονται αφενός μεν εξαντλητικά και αφετέρου, συνεπώς, ως τέτοιες, πρέπει να ερμηνεύονται στενά [πρβλ. και ΣτΕ 1/1993, Χρυσανθάκη, Η σχέση κόστους-πολίτη … (1996) σελ. 32, Μαρκαντωνάτου-Σκαλτσά, Η προστασία του Διοικούμενου … (2000) σελ. 175, Χρυσόγονο, Ατομικά δικαιώματα … (2002) σελ. 395, Δετσαρίδη, Το δικαίωμα γνώσης ίων διοικητικών εγγράφων (2006) σελ. 127].

Με την άνω διάταξη ο νομοθέτης προέβη μεν σε μια κατ` αρχήν στάθμιση αλλά δεν πήρε θέση και δη κατά τρόπο απόλυτο υπέρ του ενός δικαιώματος, το οποίο συγκρούεται με άλλο, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο όχι απλώς δεν συνηθίζεται, αλλά δεν νοείται ως εκ των αναγκών και ιδιομορφιών της κοινωνικής ζωής και της δυσκολίας προσδιορισμού των εξαιρέσεων κατά τρόπο σαφή και σταθερό (πρβλ. και άρθρο 25 παρ .1 Συντ = αρχή αναλογικότητας) και τις δυσκολίες προσδιορισμού των εξαιρέσεων κατά τρόπο σαφή και σταθερό. Άλλωστε η άνω στάθμιση έλαβε χώραν και προ της τελευταίας συνταγματικής αναθεώρησης -ενόψει του άρθρου 10 παρ. 3 του νέου Σ- γινόταν δε δεκτή και χωρίς ρητή διάταξη και προ των άνω άρθρων (βλ. πιο πάνω).

Με άλλες λέξεις το τι εμπίπτει στην απαγόρευση -και δη στην ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή, αφού αυτό εδώ ενδιαφέρει- είναι σχετικό με το έννομο συμφέρον ή δικαίωμα που εξαρτά ο αιτών από τη γνώση του σχετικού εγγράφου (βλ. Χρυσόγονο, ό.π. σελ. 395, Δεισαρίδη, ό.π. σελ. 34,140, Λαζαράζο, Δ 1994, 1012, Παπαδόπουλο, ΔιΔικ 1996, 1384 επ.). Η φερόμενη δηλ. απόλυτη απαγόρευση σχετικοποιείται ενόψει του εννόμου συμφέροντος για το οποίο ζητείται (και αυτό ενδιαφέρει τον αιτούντα) το έγγραφο, όταν σ` αυτό περιλαμβάνονται και θέματα τα οποία ανήκουν στην ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή. Αντίθετη άποψη θα είχε ως αποτέλεσμα στην άνω περίπτωση να μην ικανοποιείτο το δικαίωμα γνώσης και δη καθ` ολοκληρία. Άλλωστε σπάνιες είναι οι περιπτώσεις που ένα έγγραφο είναι “καθαρό” σε σημείο που να μην αναφέρει, έστω και έμμεσα, στοιχεία που αναφέρονται στην ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή τρίτου, οι δε άνω νόμου περιέχουν γενική ρήτρα. Πιο συγκεκριμένα, η έννοια της “ιδιωτικής ή οικογενειακής ζωής” [η οποία είναι σαφώς στενότερη της έννοιας των προσωπικών δεδομένων, έτσι ώστε προσωπικά δεδομένα να μην αφορούν την ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή, εάν εξαιρέσει κανείς ένα βασικό πυρήνα αυτών (για τον οποίο δεν δημιουργούνται αμφιβολίες)], περιλαμβάνει το αντικειμενικό κριτήριο των κοινωνικών αντιλήψεων που επικρατούν σε συνδυασμό με το υποκειμενικό κριτήριο της βούλησης του ατόμου.

Έτσι στην άνω περίπτωση πρέπει να τύχει εφαρμογής η λεγόμενη αρχή της “πρακτικής αρμονίας” και αναλογικής εξισορρόπησης των αντιτιθεμένων συμφερόντων πρβλ. και ΓνωμΝΣΚ Ολ 209/2005, απόφαση 17/2004 της αρχής προστασίας -αλλά και η κοινή λογική και η κοινή πείρα. Και το ΣτΕ, με την υπ` αριθμ. 2139/1993 -Ολ- ΝοΒ 1994,1235 με παρατηρήσεις Γ. Παπαδημητρίου = Αρμ 1994,375 απόφαση του, δέχεται ότι οι άνω εξαιρέσεις δεν ισχύουν όταν είναι αντίθετες προς συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα. Επίσης όταν ο ίδιος ο δικαιούχος του δικαιώματος συναινεί στην χορήγηση των εγγράφων (βλ. άρθρο 16 παρ. 6 Ν 1599/1986).

Έτσι υπάρχουν ορισμένα στοιχεία π.χ. διεύθυνση κατοικίας κάποιου, τα οποία αυτό τούτο το ίδιο το άτομο δίνει προς δημοσίευση ή είναι δημοσιεύσιμα στο κοινό (βλ. τηλεφωνικούς ή άλλους δημόσιους καταλόγους) και άλλα που έχουν χαλαρή σύνδεση με την ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή κάποιου, τα οποία και δεν προστατεύονται από τον όρο “ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή”. Στις περιπτώσεις αυτές δίνεται και πρέπει να δίνεται το προβάδισμα στο δικαίωμα της πρόσβασης όταν το τελευταίο συνδυάζεται με έννομο συμφέρον.

Εξ άλλου ο Ν 2472/1997 σκοπό έχει την προστασία των πολιτών από την συλλογή και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων και όχι του περιορισμού στην άσκηση του δικαιώματος γνώσης των εγγράφων. Έτσι, και όταν τα φυλασσόμενα στα αρχεία της διοίκησης διοικητικά έγγραφα, των οποίων ζητούνται αντίγραφα, περιέχουν στοιχεία ή και στοιχεία, που αποτελούν προσωπικά δεδομένα τρίτων, έχει εφαρμογή το άρθρο 5 παρ. 1 Ν 2690/1999 και δεν ερευνάται αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άνω νόμου (=Ν 2472/1997)-πρβλ. ΓνωμΝΣΚ 727/2001, 94/2001,121/2002, 16/2003,92/2004).

Τα ανωτέρω ισχύουν, και δη κατά μείζονα λόγο, όταν δεν λαμβάνει χώρα ούτε καν επεξεργασία προσωπικών δεδομένων (όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση). Εξ άλλου όταν η υποχρέωση ανακοίνωσης απορρέει από το νόμο (π.χ. άρθρο 5 Ν 2690/1999) η μορφή αυτή επεξεργασίας είναι επιτρεπτή και δεν απαιτείται συγκατάθεση του υποκειμένου. Τέλος, με τις διατάξεις του Ν 2472/1997 δεν τίθεται απόρρητο (άλλωστε ο Ν 2690/1999 είναι μεταγενέστερος του Ν 2472/1997).

Εκτός όμως από την παραπάνω διοικητική προστασία του δικαιώματος πρόσβασης-γνώσης υπάρχει και η άμεση και πλέον αποτελεσματική προστασία προς ικανοποίηση του δικαιώματος αυτού με την παρέμβαση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών κατά το άρθρο 25 παρ. 4β Ν 1756/1988 (Οργανισμός Δικαστηρίων). Συγκεκριμένα, κατά το άνω άρθρο ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών “δικαιούται να παραγγείλει στις υπηρεσίες του δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, των οργανισμών κοινής ωφέλειας και όλων γενικά των επιχειρήσεων του Δημοσίου Τομέα, να παραδώσουν έγγραφα ή να χορηγήσουν αντίγραφα τους, όταν το ζητήσουν φυσικά ή νομικά πρόσωπα, που έχουν δικαίωμα ή έννομο συμφέρον, εκτός αν πρόκειται για έγγραφα από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 261 του ΚΠΔ”. Παρόμοια αρμοδιότητα καθιερούται με ειδικές διατάξεις π.χ. 1445 ΑΚ.

Καθίσταται σαφές ότι ο Εισαγγελέας εφαρμόζει το άνω άρθρο σε συνδυασμό με το άρθρο 5 Ν 2690/1999 (που είναι νεότερο) και με τις άλλες ειδικές διατάξεις, οι οποίες μάλιστα μπορεί να παρέχουν μείζονα προστασία (πρβλ. γι` αυτό ΣτΕ 3943/1995 Αρμ 1996,100).

Η άνω Εισαγγελική παραγγελία σκοπόν έχει την προστασίαν του πολίτη [βλ. και Τάχο – Ερμηνεία του ΚΔΔ (2006) σελ. 229 και Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο (2005) σελ. 754] και δη “δικαστική” προστασία αυτού (πρβλ. Συνήγορο του Πολίτη, ΠοινΔ 2005,175 στο τέλος) δεδομένου ότι η σχετική διάταξη του Εισαγγελέα φέρει χαρακτήρα δικαστικής πράξης-διάταξης, αφού προέρχεται από δικαστικό λειτουργό στα πλαίσια αυτής του της ιδιότητας. Είναι γνωστόν ότι ο Εισαγνελέας είναι ισόβιος δικαστικός λειτουργός με προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία (βλ. άρθρα 87 επ. Σ).

Έτσι η Εισαγγελική διάταξη είναι δεσμευτική για την διοίκηση, η οποία υποχρεούται να χορηγήσει τα έγγραφα, έστω και αν έχει άλλη άποψη. Υπεύθυνος είναι ο συντάκτης της Εισαγγελικής Διάταξης. Η αρμοδιότητα υπ` αυτού στηρίζεται σε ρητή διάταξη νόμου. Είναι δε αυτοτελής και ανεξάρτητη κάθε άλλης. Μπορεί ενδεχομένως η διοίκηση, όταν ενεργεί ανεξάρτητα εισαγγελικής παραγγελίας, να αρνείται τη χορήγηση εγγράφων διότι κατά τη γνώμη της έτσι πρέπει να πράξει, αλλ` όταν ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών παραγγέλλει τη χορήγηση εγγράφων δεν μπορεί να αρνηθεί αυτή. Αυτόν τον σκοπό άλλωστε έχει η Εισαγγελική παρέμβαση, η οποία σε διαφορετική περίπτωση θα ήταν χωρίς νόημα, αφού σε κάθε περίπτωση αποκλειστικά αρμόδια θα ήταν η διοίκηση και συνεπώς θα οδηγούσε σε καθολική αναίρεση όλων των διατάξεων που επιτρέπουν την πρόσβαση στα διοικητικά έγγραφα και μάλιστα όταν αυτή πρέπει να ικανοποιηθεί άμεσα και η διοίκηση θέλει να απαλλαγεί από κάποια ενοχλητική διερεύνηση της νομιμότητας των ενεργειών της.

Άλλωστε η διοίκηση θα φαινόταν να ελέγχει τον Εισαγγελέα και η σχετική του παραγγελία να υπόκειται στην έγκριση αυτής, πράγμα που όχι μόνο δεν στηρίζεται σε κάποια διάταξη νόμου αλλ` ούτε νοείται, ούτε θα μπορεί να νοηθεί σ` ένα κράτος δικαίου, όπου ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Στηρίζεται δε και σε εσφαλμένη προϋπόθεση ότι δηλ. ο Εισαγγελέας παρανομεί και τον επαναφέρει στην νομιμότητα η διοίκηση. Ο Εισαγγελέας λέγει η διάταξη “δικαιούται” να παραγγείλει• τούτο δεν σημαίνει διακριτική εξουσία αυτού,  έστω και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου, ούτε υποχρέωση αυτού χωρίς άλλο, αλλ` ότι ο Εισαγγελέας, αφού διαγνώσει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου, οφείλει να παραγγείλει τη χορήγηση αντιγράφου. Και αν μεν όντως ο Εισαγγελέας φανερά εσφαλμένα παρήγγειλε σε κάποια περίπτωση, τούτο, μπορεί να διορθωθεί με την διακριτική υπόδειξη, αλλά η τελική κρίση ανήκει σ` αυτόν -πρόκειται για δικαιοδοτικό όργανο. Δυνατή είναι ενδεχόμενα και η προσφυγή στον ανώτερο Εισαγγελέα.

Εν όψει λοιπόν του ότι δεν υπάρχει διάταξη, ούτε νοείται και κάτι τέτοιο, ελέγχου της Εισαγγελικής παραγγελίας, η οποία στηρίζεται σε ρητή διάταξη νόμου, στην οποία οφείλεται και η υποχρέωση συμμόρφωσης, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης σ` αυτή στοιχειοθετείται πλήρως τόσο το έγκλημα του άρθρου 169 ΠΚ όσο και του άρθρου 259 ΠΚ -ενδεχομένως και άλλων αξιοποίνων πράξεων- είναι δε δυνατή και η αστική ευθύνη (άρθρα 104, 105 ΕισΝΑΚ). Η παρακολούθηση της παραγγελλομένης ενεργείας (γνώσης) και η επιβολή των συνεπειών για τη μη συμμόρφωση σ` αυτή αποτελεί υποχρέωση του παραγγέλλοντος Εισαγγελέα.

Επομένως τα στοιχεία που αιτούν τα στελέχη και αναφέρονται σε προσωπικά τους στοιχεία, αλλά και σε στοιχεία άλλων στελεχών που προτιμήθηκαν ή δεν προτιμήθηκαν αυτών για μία μετάθεση, είναι απολύτως προσβάσιμα στα ενδιαφερόμενα στελέχη και θα πρέπει να τα αναζητήσουν μέσω εισαγγελικής παραγγελίας, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των ανωτέρω σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1(ιγ) του ΠΔ 21/2002 «Κανονισμός Οργανώσεως και Λειτουργίας των Στρατιωτικών Δικαστηρίων και του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου». (ΦΕΚ Α’ 12/25.1.2002).

Για σχετικές πληροφορίες ως προς την εισαγγελική παραγγελία παρακαλούμε επικοινωνείτε με το γραφείο μας.

Επικοινωνία

 

Μεταθέσεις – Διεκδικήστε τα δικαιώματά σας!

ΚΑΛΕΣΤΕ ΤΩΡΑ ΣΤΟ 210-9536664

Για να συνομιλήσετε με ένα εξιδικευμένο Σύμβουλο του Οργανισμού μας.


Για να λάβετε ένα σύντομο οδηγό με τις απαραίτητες διαδικασίες