Μετά τις νέες εξελίξεις εν γένει στην νομοθεσία, τόσο στην ιεραρχία και τις προαγωγές, όσο και στα περί πειθαρχίας των ΕΔ, γεννάται μεγάλο ζήτημα το κατά πόσον μπορούν πράγματι οι νέες διατάξεις να υπεισέλθουν στη συνειδητότητα  των Στελεχών, που καλούνται να τις εφαρμόσουν. Μέχρι σήμερα, τόσο το Σύνταγμα, όσο και οι σχετικές διατάξεις του Διοικητικού Δικαίου και ο Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας, ίσχυαν αλλά κατά περίεργο τρόπο στα καθ’ ημάς των ΕΔ ό,τι καθείς ήθελε εφήρμοζε, δηλαδή ότι ήθελε ο καθένας ερμήνευε και έπραττε.

Αίφνης, εκ του πολλά υποσχόμενου προγράμματος «Διαύγεια», διαπιστώσαμε ότι οι γενικές διατάξεις του Συνταγματικού και Διοικητικού Δικαίου, θα γίνουν εξ ολοκλήρου δεκτές, χωρίς δυσερμηνείες,  καί από τις Υπηρεσίες  του ΥΕΘΑ. (ΑΔΑ-4Α196-07)

Στο προκείμενο, διεξάγονται κρίσεις με βάση όχι μόνο τους Νόμους που αναφέρονται στην ιεραρχία και τις προαγωγές αλλά και με βάση τις γενικές διατάξεις του Διοικητικού Δικαίου και του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Αυτές οι κρίσεις πρέπει να είναι πλήρως και ειδικώς αιτιολογημένες. Ως τώρα, οι κρίσεις αυτές που η σεβαστή Διοίκηση μάς επεφύλασσε, ήταν απλή κοροϊδία του Δικαίου. Το πρακτικό της δυσμενούς κρίσεως  ανέφερε συλλήβδην βαθμολογίες του απώτερου παρελθόντος, δηλαδή πέραν των 10 ετών παρά την αντίθετη νομολογία του ΣτΕ, και μάλιστα βαθμού 9, για να στηρίξει, άκουσον  άκουσον, μέχρι και αποστρατευτική κρίση. Ποίος άραγε μπορεί να διαχωρίσει την διαφορά μεταξύ 9 και 10 π.χ. στο προσόν Δύναμη Εκφράσεως, Ευσυνειδησία, Αυτοπεποίθηση, Προβλεπτικότητα, Μεθοδικότητα κ.λ.π.

Με τέτοια αιτιολογικά οι κρίσεις πανθομολογουμένως δημιουργούν την εντύπωση στους κρινόμενους ότι δεν κρίνονται πράγματι με βάση τα προσόντα τους, αλλά με βάση άλλα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως αυτό των πολιτικών πεποιθήσεων. Αυτό το γεγονός δημιουργεί αφενός την εντύπωση μιας άδικης κρίσεως, αφού όλοι γνωρίζουμε, πως αν θέλουν τα συμβούλια να  κρίνουν δυσμενώς, πάντα κάτι θα βρουν για να δικαιολογήσουν την κρίση τους, του όρου «δικαιολογήσουν» νοουμένου κατά την ερμηνευτική εκδοχή που υιοθετούν τα Συμβούλεια κρίσεων. Αφετέρου όμως, τέτοια κρίση ενισχύει τον περαιτέρω καταστροφικό εναγκαλισμό των Αξιωματικών με τα κόμματα της εξουσίας, επιπλέον δε, ισχυροποιεί την θέση των πολιτικών κομμάτων στα δρώμενα των Ενόπλων Δυνάμεων, κάτι που Δικαιικά και Συνταγματικά είναι ανεπίτρεπτο.

Περαιτέρω, ο δυσμενώς κριθείς έχει το δικαίωμα της ενδικοφανούς προσφυγής, που ονομάζεται προσφυγή επανακρίσεως. Με αυτή δε, εκδηλώνει συγκεκριμένα παράπονα και αιτιάσεις, με τις οποίες υποστηρίζει το εσφαλμένο της κρίσεως. Η επί της  ενδικοφανούς προσφυγής απόφαση πρέπει κατά το Σύνταγμα και τον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας να είναι πλήρως και ειδικώς αιτιολογημένη. Τούτο σημαίνει ότι θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να εξεταστούν και να απαντηθούν όλοι οι ισχυρισμοί και αιτιάσεις του προσφεύγοντος, η παράλειψη δε αυτή συνιστά, όπως και για τις δικαστικές αποφάσεις, το σοβαρότερο ίσως λόγο ακυρώσεώς τους.

Όπως μας έχει συνηθίσει μέχρι σήμερα η Διοίκηση, οι αποφάσεις αρχίζουν και τελειώνουν με ένα ξερό: «…η προσφυγή κρίνεται αβάσιμη…». Όλα τα υπόλοιπα αναφερόμενα από τον προσφεύγοντα κρίνονται «έπεα πτερόεντα». Εάν η Διοίκηση συνεχίσει λοιπόν και μετά το Νόμο 3883/2010 την ίδια τακτική, πολύ φοβούμαστε ότι θα διαιωνιστεί και η πεποίθηση των στελεχών, και όχι μόνον, περί κατευθυνόμενων κρίσεων και όχι περί αξιοκρατικών κρίσεων.

Το ίδιο συμβαίνει και με τις πειθαρχικές ποινές, όπου συνήθως ο προσφεύγων παραπονούμενος,  εκφράζει συγκεκριμένες αιτιάσεις και παράπονα, με τα οποία τεκμηριώνει το άδικον της επιβολής της πειθαρχικής ποινής. Το Μονομελές Διοικητικό Όργανο, κατά τον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, δηλαδή ο ιεραρχικά προϊστάμενός του, συνήθως απαντά ότι, αφού έλαβε υπ’ όψιν την αναφορά – προσφυγή, τα παράπονα κρίνονται αβάσιμα και εξακολουθεί να ισχύει η ποινή. Τέτοια όμως απόφαση δεν πληροί καθ’ οποιονδήποτε τρόπο τα στοιχεία της νομιμότητος, που οφείλουν να έχουν μεταξύ άλλων οι Διοικητικές πράξεις.

Τελειώνοντας, και ως συμπέρασμα θα θέλαμε να επιστήσουμε την προσοχή σε όλα τα Στελέχη, που θα κληθούν να υποβάλουν οποιαδήποτε ενδικοφανή προσφυγή, να αναφέρονται με συγκεκριμένες αιτιάσεις, ενστάσεις και ισχυρισμούς, να απαιτούν δε απάντηση εφενός εκάστου των ισχυρισμών τους κ.λπ.. Να γνωρίζουν επίσης, ότι η παράλειψη να απαντήσει η Διοίκηση επί των ανωτέρω ισχυρισμών κλπ. συνιστά σοβαρό λόγο προσβολής της πράξεως ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων.

Για τον λόγο αυτό θα πρέπει να δοθεί μια ιδιαίτερη έμφαση, καθώς η ενδικοφανής προσφυγή αποτελεί ουσιαστικά ένα πρόκριμα, αν όχι το πρώτο κεφάλαιο, ενός δικογράφου και γι αυτό δεν θα ήταν περιττό να ζητήσουν και να λάβουν συμβουλές για την  κατάλληλη σύνταξη της ενδικοφανούς προσφυγής, αφού από αυτήν πολλές φορές εξαρτάται η έκβαση τυχόν μεταγενέστερης δικαστικής ενέργειας.

Επικοινωνία